Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Νωτιαία Μυική Ατροφία (SMA)

Nωτιαία Μυϊκή Ατροφία (SMA)

Πρόκειται για μία αυτοσωμική υπολειπόμενη ασθένεια, δηλαδή για να εκδηλωθεί η ασθένεια, πρέπει να έχουν και οι δύο γονείς βλάβη στο γενετικό τους υλικό ή να συμβεί μία τυχαία μετάλλαξη δίχως να υπάρχουν βλάβες στους γονείς (de novo). Είναι η τρίτη πιο συχνή στην Ελλάδα (1-14 γεννήσεις στην Ελλάδα, 1:6000 γεννήσεις ετησίως και παγκοσμίως) και αφορά στην έλλειψη μίας πρωτεΐνης (SMN – survival of motor neuron) με μεγάλη σημασία στην λειτουργία των κινητικών νευρώνων, δηλαδή των νευρικών κυττάρων που ελέγχουν τους μύες. Υπάρχουν δύο περιοχές που μεταλλάσσονται στο γενετικό υλικό (SMN1 και SMN2). Όταν υπάρχει μετάλλαξη στην SMN1 οδηγούμαστε σε ασθένεια, αλλά το πόσο βαριά είναι τα συμπτώματα εξαρτώνται και από τις μεταλλάξεις του SMN2, οι οποίες όσο πιο λίγες είναι, τόσο πιο ελαφρά συμπτώματα παρουσιάζονται. Υπάρχουν και πιο σπάνιες μεταλλάξεις σε άλλα σημεία του γενετικού υλικού, όπως στο χρωμόσωμα Χ.

Συμπτώματα

Ισχύει γενικά ότι όσο πιο μικρή η ηλικία εμφάνισης συμπτωμάτων, τόσο πιο βαριά είναι η εξέλιξη της ασθένειας. Υπάρχουν υποκατηγορίες της ασθένειας, αλλά στους περισσότερους ασθενείς παρουσιάζεται συμμετρική μυϊκή αδυναμία κυρίως στο κέντρο του σώματος, σε ώμους, γοφούς, μηρούς και ανώτερη πλάτη, με τα πόδια να παρουσιάζονται πιο αδύναμα από τα χέρια και να υπάρχει επιρροή σε λαιμό και πρόσωπο. Οι επιπλοκές παρουσιάζονται όταν επηρεάζονται οι αναπνευστικοί μύες και οι μύες που συμμετέχουν στην κατάποση, περιλαμβάνοντας σοβαρές αναπνευστικές λοιμώξεις. Επιπλέον, παρουσιάζονται απώλεια αντανακλαστικών, παρουσία τρόμου και σκολίωση ή και κύφωση και άλλα προβλήματα οστών.

Υποκατηγορίες

Τύπος 0 ή Ι (Werdnig-Hoffmann) – παρουσιάζεται εμβρυικά και έως 6 μηνών μετά τη γέννηση, όπου υπάρχει μειωμένη εμβρυική δραστηριότητα, ελάχιστη αυτόνομη αναπνευστική λειτουργία, αδύναμο κλάμα και ως νεογνό υπάρχει αδυναμία καθιστής θέσης. (αποτελεί την πιο συχνή μορφή)

Τύπος ΙΙ – παρουσιάζεται σε παιδιά μέχρι 18 μηνών όπου απαιτείται στάση ή βάδιση υποβοηθούμενη

Τύπος ΙΙΙ (Kugelberg – Welander) παρουσιάζεται μέχρι την ηλικία των 3 ετών ή και πιο μετά και υπάρχει βάδιση μη υποβοηθούμενη.

Τύπος IV – παρουσιάζεται κατά την ενηλικίωση και υπάρχει πιθανότητα μέτριας μορφής μυϊκής αδυναμίας.

Τύποι με διαφορετικές μεταλλάξεις

- Ωμοπερονιαία SMA

- Γεφυροπαρεγκεφαλιδική υποπλασία με SMA

- Nεογνική SMA Χ χρωμοσώματος με αρθρογρύπωση

- SMA με αναπνευστική δυσχέρεια τύπου Ι

Στις ανωτέρω περιπτώσεις παρουσιάζονται επιπλέον συμπτώματα γεφυροπαρεγκεφαλιδικής εκφύλισης, διαφραγματικής παράλυσης, αρθρικών συσπάσεων, αδυναμίας και αναπνευστικής ανεπάρκειας.

Διάγνωση

Μπορεί να επιτευχθεί με τη λήψη ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, με κατάλληλη κλινική εξέταση, όπου διαπιστώνεται και εκτιμάται η μυϊκή ατροφία ή αδυναμία στον κορμό, στα άνω και κάτω άκρα, με βιοψία μυός, με ηλεκτρομυογράφημα καθώς επίσης με γενετική εξέταση.

Πρόληψη

Μπορεί να επιτευχθεί πρόληψη μέσω προγεννητικού ελέγχου, όταν υπάρχει ανάλογο ιστορικό, με προεμφυτευτική διάγνωση στην αρχή της κύησης καθώς και με ανίχνευση φορέων σε οικογένειες ασθενών ή και στον γενικό πληθυσμό.

Οικογενειακή Εκπαίδευση και Συμβουλευτική

Με τη διάγνωση πρέπει να γίνεται ενημέρωση για την εξέλιξη, την παθογένεση, την κατηγοριοποίηση και την πρόγνωση της ασθένειας από τον υπεύθυνο θεράποντα ιατρό, καθώς θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα πλάνο διεπιστημονικής φροντίδας που να περιλαμβάνει παρακολούθηση από παιδονευρολόγο, γενετιστή, πνευμονολόγο, γαστρεντερολόγο, διατροφολόγο, ορθοπεδικό καθώς επίσης και επιστήμονες αποκατάστασης (π.χ φυσικοθεραπευτές). Πρέπει επιπλέον να γίνει διασύνδεση με ομάδες ασθενών που προασπίζουν τα δικαιώματά τους (advocacy groups).

Αναπνευστική φροντίδα

Κύρια και μεγαλύτερα προβλήματα της SMA, για τα οποία πρέπει να ληφθούν μέτρα αντιμετώπισης είναι:

  1. Η επηρεασμένη λειτουργία του βήχα, που οδηγεί στην αδυναμία αποβολής των εκκρίσεων.
  2. Ο υποαερισμός ειδικά κατά τη διάρκεια του ύπνου.
  3. Το υποανεπτυγμενο θωρακικό τοίχωμα και οι πνεύμονες.
  4. Οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις που επιδεινώνουν τη μυϊκή αδυναμία.

Η κλινική εκτίμηση πρέπει να γίνεται ανά 3-6 μήνες ανάλογα και με τη σοβαρότητα της κάθε κατάστασης. Πραγματοποιείται μία σειρά εξειδικευμένων εξετάσεων (π.χ μελέτη ύπνου) και οι μερικές από τις παρεμβάσεις που μπορούν να γίνουν είναι ο καθαρισμός των αεραγωγών, μη επεμβατικός αερισμός τη νύχτα ή και συνεχής, διαχείριση ενυδάτωσης και διατροφική υποστήριξη, χορήγηση εισπνεόμενων βρογχοδιασταλτικών φαρμάκων και βέβαια ειδική διαχείριση σε περιπτώσεις οξέων αναπνευστικών λοιμώξεων, προ και μετεγχειρητικά.

               

Γαστρεντερική και Διατροφική Φροντίδα

Συνηθίζεται η παρουσία προβλημάτων διατροφής και κατάποσης, γαστρεντερική δυσλειτουργία (γαστροοισοφαγική εισρόφηση, δυσκοιλιότητα, διάταση), προβλήματα αναπτυξιακά και υπό ή υπερσιτισμού, κι εφόσον υπάρχουν αναπνευστικά προβλήματα, επιβαρύνεται επιπλέον το γαστρεντερικό σύστημα.

Προτεινόμενα μέτρα αντιμετώπισης διατροφής:

  1. Εκτίμηση από λογοθεραπευτή ή εργοθεραπευτή.
  2. Προσαρμογή τροφικής σύστασης για διευκόλυνση κατάποσης.
  3. Σωστή στάση σώματος και ενδεχομένως χρήση βοηθητικών συσκευών.
  4. Σε προχωρημένες καταστάσεις κι ανάλογα τις ανάγκες, γίνεται χρήση γαστροστομίας ή ρινογαστρικού σωλήνα ή ρινονηστιδικού σωλήνα.

Προτεινόμενα μέτρα αντιμετώπισης γαστρεντερικής δυσλειτουργίας:

  1. Κλινική εκτίμηση.
  2. Χορήγηση αντιόξινων φαρμάκων ή αναστολέων γαστρικής έκκρισης ή ακόμα και προβιοτικών.

Προτεινόμενα μέτρα αντιμετώπισης αναπτυξιακών προβλημάτων:

  1. Λήψη ιστορικού και κλινική εκτίμηση και έλεγχος σωματικού βάρους με αναλυτική καταγραφή των δεδομένων και δεικτών ανάπτυξης από ειδικό διατροφολόγο.
  2. Πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D.
  3. Αποφυγή πρόσληψης λίπους και πρόσληψη πρωτεϊνικών συμπληρωμάτων.
  4. Σε σοβαρές περιπτώσεις (τύπου Ι και ΙΙ) αποφυγή νηστείας με εντερική ή παρεντερική λήψη τροφής λόγω επικείμενου κινδύνου υπογλυκαιμίας.

Ορθοπεδική Φροντίδα – Αποκατάσταση

Πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη μυϊκή αδυναμία, τις μυϊκές συσπάσεις, τις παραμορφώσεις της σπονδυλικής στήλης, την περιορισμένη κίνηση, τον πόνο, την οστεοπενία και τα πιθανά κατάγματα.

Ανάλογα την περίπτωση και τη σοβαρότητά της, συστήνονται κλινικές εκτιμήσεις από φυσικοθεραπευτές και εργοθεραπευτές, ειδικές ασκήσεις, υποστηρικτικές συσκευές και αμαξίδια για διευκόλυνση κίνησης και επικοινωνίας και αν απαιτείται διορθωτικές επεμβάσεις της σπονδυλικής στήλης.

 

Βιβλιογραφία

  • Muscular Dystrophy Canada , Spinal Muscular Atrophy, http://muscle.ca/wp-content/uploads/2012/11/Spinal_Muscular_Atrophy_2007.pdf
  • NORD (National Organization for Rare Disorders), Rare diseases, https://rarediseases.org/rare-diseases/
  • Muscular Dystrophy Association, About Neuromuscular Diseases, June 08, 2017, https://www.mda.org/disease/
  • Stephen J. Kolb, John T. Kissel, Spinal Muscular Atrophy, A Timely Review, Arch. Neurol. 2011, 68(8) p. 979-984.
  • C. H. Wang, R. S. Finkel, E. S. Bertini, M. Schroth, A. Simonds, B. Wong, A. Aloysius, L. Morrison, M. Main, T. O. Crawford, A. Trela and Participants of the International Conference on SMA Standard of CareConsensus Statement for Standard of Care in Spinal Muscular Atrophy, J. Child. Neurol. 2007, 22, p. 1027-1049.

 

 

 

 

 

Muscular Dystrophy Association